19η Μαΐου: Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού
17
Μαΐου 2010, 06:35

19η   Μαΐου. Ημέρα μνήμης, τιμής και χρέους. Καιρός πια να αναγνωρίσουμε την συνεισφορά των Ποντίων στο Έθνος των Ελλήνων. Ήρθε ο καιρός να τιμήσουμε στην πράξη τα θύματα μιας απάνθρωπης Γενοκτονίας από το 1916 έως το 1923.

Αφορμή να ξεκλειδώσουμε την βαριά και παμπάλαια πόρτα της λήθης και νοερά να σεργιανίσουμε εκεί  που κατοικούν οι ψυχές των λησμονημένων τόπων και ανθρώπων. Και σ αυτό το ταξίδι να «δούμε» με τα μάτια του νου και της ψυχής να προβάλλουν τα πρόσωπά τους: γέροντες, μανάδες, βρέφη, κορίτσια και παλικάρια.

Να σεργιανίσουμε στους τόπους που αναδείχθηκαν ιστορικές και πνευματικές προσωπικότητες όπως ο Στράβων ο γεωγράφος, ο Σινωπέας φιλόσοφος Διογένης, ο μαθηματικός Διονυσόδωρος από την Αμισό, ο πρωτεργάτης της αναγέννησης και 1ος εμπνευστής της Ευρωπαϊκής ιδέας Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος  κ.α..

 

353 000 ψυχές ζητούν δικαίωση

 «Οι Πόντιοι εζήτησαν άρτον και έλαβαν λίθον.

Εζήτησαν ιχθύν και έλαβαν όφιν.

Εζήτησαν τη ζωή και έλαβαν θάνατο.

Εζήτησαν ελευθερία και έλαβαν δολεία.

Αρχάγγελον εζήτησαν και δαίμων τους εστάλη»

Στις φράσεις αυτές ο αείμνηστος Λεωνίδας Ιασωνίδης συμπυκνώνει την  αγωνία, την τραγωδία και το δράμα των Ποντίων.  Δίδαξαν και διέδωσαν πολιτισμό, αλλά σφαγιάστηκαν. Διώχθηκαν και ξεριζώθηκαν. Έκαναν τις κοινωνίες τους να ευημερούν, αλλά αντιμετώπισαν την καταστροφή.

19η   Μαΐου. Ημέρα μνήμης, τιμής και χρέους. Καιρός πια να αναγνωρίσουμε την συνεισφορά των Ποντίων στο Έθνος των Ελλήνων. Ήρθε ο καιρός να τιμήσουμε στην πράξη τα θύματα μιας απάνθρωπης Γενοκτονίας από το 1916 έως το 1923.

Αφορμή να ξεκλειδώσουμε την βαριά και παμπάλαια πόρτα της λήθης και νοερά να σεργιανίσουμε εκεί  που κατοικούν οι ψυχές των λησμονημένων τόπων και ανθρώπων. Και σ αυτό το ταξίδι να «δούμε» με τα μάτια του νου και της ψυχής να προβάλλουν τα πρόσωπά τους: γέροντες, μανάδες, βρέφη, κορίτσια και παλικάρια.

Να σεργιανίσουμε στους τόπους που αναδείχθηκαν ιστορικές και πνευματικές προσωπικότητες όπως ο Στράβων ο γεωγράφος, ο Σινωπέας φιλόσοφος Διογένης, ο μαθηματικός Διονυσόδωρος από την Αμισό, ο πρωτεργάτης της αναγέννησης και 1ος εμπνευστής της Ευρωπαϊκής ιδέας Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος  κ.α..

Να «μπούμε» στα σπίτια που γεννήθηκαν. Να περπατήσουμε στα σοκάκια και στα χωριά που έχτισαν με τον μόχθο τους. Στις εκκλησιές και στα σχολειά τους. Να τριγυρίσουμε στα καπνοχώραφα και στα περβόλια με τις φουντουκιές. Να ακούσουμε τις κουβέντες και το θρόισμα των δένδρων στις αυλές τους. Να ξαπλώσουμε στα γεμάτα μοσχομύριστα αγριολούλουδα παρχάρια.

Να αφουγκρασθούμε το κλάμα και το μοιρολόγι. Να «νοιώσουμε» την αγωνία και το δράμα. Τα ανείπωτα αίσχη και τους βανδαλισμούς. Τους κλαυθμούς και οδυρμούς. Τις εξορίες, τις κακουχίες, τους εκτοπισμούς. Την μυρωδιά του θανάτου. Τον σπαραγμό του αποχωρισμού.  Και τότε ρίγη θα διατρέξουν την ψυχή μας από αυτήν την καταβύθιση στα άγνωστα νερά της προσωπικής ιστορίας των «επώνυμων» αλλά και των απλών «ανώνυμων» ανθρώπων

Το αίμα θα παγώσει από αυτήν την συγκλονιστική  ανιστόρηση του δράματος ενός λαού και ενός τόπου, της γης του Πόντου  που για 3000 περίπου χρόνια υπήρξε το θερμοκήπιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε και διατηρήθηκε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και η Ορθοδοξία.

Και όπως αναφέρει στην Ρωμιοσύνη ο Γιάννης Ρίτσος.

«Δω πέρα κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από 3000 τόσα χρόνια.

Κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένο έναν Άγιο μ’ άγρια  μάτια και μαλλιά σκοινιένια».

Πόντος, μια φτερούγα του Ελληνισμού.

Σε όλη τη μακρόχρονη διάρκεια της ζωής του (1100 π.Χ. –1922 μ.Χ.) ο Πόντος υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα τμήματα του ελληνικού έθνους.  Ανέπτυξαν την οικονομία, διατήρησαν τη γλώσσα και την εθνική συνείδηση, περιέσωσαν την εθνική ταυτότητα παράλληλα με τον υπόλοιπο Ελληνισμό.

Αν και ο ποντιακός ελληνισμός γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές και ξεριζωμούς και προσπάθειες για βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό από την πτώση της Τραπεζούντας το 1461, η συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση –γενοκτονία κορυφώνεται στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα.

Το κίνημα των Νεοτούρκων προβαίνει σε συστηματική εξολόθρευση του Ποντιακού Ελληνισμού που μετά το 1916 γίνεται απροκάλυπτη και το 1919 κορυφώνεται μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923.

Η συστηματική εξόντωση των Ποντίων υπήρξε προσχεδιασμένο έγκλημα.   Η απόφαση πάρθηκε από τους Νεότουρκους σε συνέδριο τους στην Θεσ/νίκη το 1911. Σε ανταπόκριση του περιοδικού «The times of London» στις 3 Οκτωβρίου 1911 παρακολουθούμε την επικράτηση των ακραίων σοβινιστικών επιλογών του συνεδρίου. Η Οθωμανοποίηση δια της βίας όλων των κατοίκων αποφασίζεται τελεσίδικα. Το μέσο θα ήταν οι εξοπλισμένοι μουσουλμάνοι. « Η  επιρροή του μουσουλμανισμού πρέπει να επικρατήσει. Κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα πρέπει να κατασταλεί αφού δεν μπορεί κανείς να εμπιστευθεί τους Χριστιανούς, οι οποίοι πάντα δουλεύουν για την κατάρρευση του νέου καθεστώτος…. Το δικαίωμα της οργάνωσης, αποκέντρωσης και αυτονομίας δεν υπάρχει για τις υπόλοιπες εθνότητες οι οποίες μπορούν να κρατήσουν την θρησκεία τους αλλά όχι τις γλώσσες τους. Η επικράτηση της τουρκικής γλώσσας αποτελεί ένα από τα βασικά μέσα για την διατήρηση της μουσουλμανικής κυριαρχίας….»

Η τριάδα Ενβέρ, Ταλάατ και Τζεμάλ θέτει σε εφαρμογή το απάνθρωπο σχέδιο τους.

Η ρητορεία του νεοτουρκικού καθεστώτος για ισονομία και ισοπολιτεία δίνει την θέση της στoν σχεδιασμό ότι και οι Έλληνες πρέπει να εξοντωθούν. «Η Τουρκία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα. …»

Στις 12 Μάιου 1912 η εφημερίδα «Χατέμ Μιλέτ» της Κερασούντας έγραφε: «Εμείς οι Τούρκοι δεν διακρίνομε την λεπτότητα της πολιτικής ήτις εστίν απάτη, γνωρίζομεν όμως κάλλιστα την μεταχείρισιν της σπάθης…. Πρέπει ήδη να εξέλθη εκ της θήκης η σπάθη, διότι οι κυβερνήσεις των πιστευόντων εις τον Σταυρόν συννενοήθησαν διαβολικώς απέναντι του αθώου ισλαμικού κόσμου…»

Οι σποραδικές δολοφονίες αυξάνονται. Χωρικοί που πηγαίνουν στα χωράφια τους βρίσκονται καθημερινά δολοφονημένοι. Ο πρέσβης των ΗΠΑ Χένρι Μοργκεντάου, αγανακτισμένος γράφει: «…. Η συμπεριφορά αυτή της τουρκικής κυβέρνηση εναντίον των Ελλήνων προκάλεσε την αγανάκτηση μου….». Οι μεγάλες δυνάμεις αδιαφορούν αδιάντροπα και σιωπούν. Ο Μοργκεντάου γράφει: «.. Αναμφίβολα , η αδιαφορία του πολιτισμένου κόσμου ενθάρρυνε τους Τούρκους να χρησιμοποιήσουν αυτές τις μεθόδους εναντίον των Ελλήνων και των άλλων Χριστιανικών λαών…».

Η πρώτη φάση ξεκινά αμέσως μετά την σφαγή των Αρμενίων το 1915.

Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του Στάθη Χριστοφορίδη που υπήρξε, το 1915, ακούσιος μάρτυρας της σφαγής των αρμενοπαίδων της Τραπεζούντας. Αναφέρει ότι οι σφαγείς φώναζαν: «Αμποτε και ς’ σού Ρωμανίων! Ατουνούς πα’ αέτς’ θα ‘φτάμε!» (Αμποτε και στων Ελλήνων! Και αυτούς έτσι θα κάνουμε). Και τελειώνει την αφήγησή του ο Χριστοφορίδης «Υστερνά ασ’ έναν χρόνον, εμάς πα’ εκατάστρεψαν».

Κάτω από την καθοδήγηση Γερμανών συμβούλων και με ηθικούς αυτουργούς τον γερμανό πρέσβη Βανγκενχάιμ και το στρατιωτικό επιτελείο υπό τον στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς. εφαρμόζονται σκληρότεροι και αποτελεσματικότεροι τρόποι εξόντωσης. Τα τάγματα εργασίας, τα γνωστά «αμελέ ταμπουρού» με ανελέητους ξυλοδαρμούς και εκτελέσεις, ο λευκός θάνατος με τις μαζικές εξορίες γυναικόπαιδων που περιφέρονται χωρίς λόγο και σκοπό στα βουνά και στις ερήμους με ζέστη και πολικό ψύχος χωρίς ρουχισμό και τροφή, οι  δίκες με κατασκευασμένες κατηγορίες και αποφάσεις, οι επιτάξεις και αρπαγές είναι οι νέες μορφές εξόντωσης.

Ακόμη και ο γιος του Τζεμάλ πασά, μέλους της τριανδρίας, ο οποίος σπούδαζε στο Παρίσι έδωσε την παρακάτω πληροφορία, όπως αυτή εντοπίσθηκε στα αρχεία του Γαλλικού Γενικού Επιτελείου  με ημερομηνία 30 Ιουλίου 1917. « εδώ και τρεις βδομάδες, σφαγές Ελλήνων κατά μάζες έλαβαν χώρα. Ο αριθμός των φονευθέντων φθάνει τις 40 000.»

Στις 19 Μαΐου του 1919  ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στην Σαμψούντα και μπαίνει σε εφαρμογή η σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Για την επικράτηση του κεμαλισμού χρησιμοποιήθηκαν στρατιωτικά, πολιτικά και «θεσμικά» μέσα.

Τα δικαστήρια της ανεξαρτησίας της Αμάσειας ήταν ένα «θεσμικό  μέσο». Με συνοπτικές διαδικασίες δολοφονούνται η θρησκευτική πολιτική και πνευματική ηγεσία της Αμισού και της Πάφρας. Μετά από μια δίκη παρωδία ανακοίνωσαν στους προγραφέντες την απόφαση του δικαστηρίου. Ανάμεσα τους δύο μαθητές του Κολεγίου Ανατολία  Μερζιφούντας. Ο Ανανιάδης και ο Παυλίδης. Κατηγορία ; Οι φανέλες, του μαθητικού αθλητικού συλλόγου του Κολεγίου με την ονομασία «Πόντος», που φορούσαν είχαν ρίγες άσπρες και γαλάζιες που θύμιζε ελληνική σημαία.

Συνταρακτική είναι και η στάση του νεαρού, μόλις 32 ετών, δημοσιογράφου Νίκου Καπετανίδη, ο οποίος απευθυνόμενος στον δικαστή είπε. «Εμένα δεν με αφορά το κατηγορητήριο. Εγώ κύριε πρόεδρε δεν αγωνίστηκα ποτέ για Ανεξάρτητο Πόντο. Εγώ μια ζωή αγωνίστηκα για την ένωση του Πόντου με την Ελλάδα.»

Κατά την κεμαλική περίοδο οι ελληνικοί πληθυσμοί δε φονεύονται απλά με μαχαίρια και όπλα. Πεθαίνουν ύστερα από φρικώδη μαρτύρια πρωτοφανή στην ανθρώπινη ιστορία. Και όχι μόνο άνδρες αλλά γυναικόπαιδα χωρίς διάκριση ηλικίας.

Η επιστράτευση των Χριστιανών, η αποστολή τους σε τάγματα εργασίας, η βάναυση μεταχείριση τους,  δημιούργησαν ένα πλήθος φυγόστρατων και λιποτακτών οι οποίοι άρχισαν να κρύβονται στα βουνά. Η τρομοκρατία,  οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες αύξησε το κύμα των φυγάδων. Έτσι άρχισε η οργάνωση αντάρτικών ομάδων. Το ποντιακό αντάρτικο, που είχε τον χαρακτήρα της εθνικής αντίστασης, έδρασε κυρίων στον δυτικό Πόντο, ενώ στον ανατολικό είναι γνωστό το περήφανο αντάρτικο της Σάντας.

Δεκάδες οι γενναίες μορφές των ανταρτών . Άγνωστο στους περισσότερους Έλληνες το ηρωικό αντάρτικο του Πόντου. Γυναίκες και άνδρες αγωνίστηκαν σκληρά αβοήθητοι από την μητέρα πατρίδα για να περισώσουν ότι μπόρεσαν.

Η Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού δεν απέκτησε τη δικαίωση που της οφείλαμε.

Γιατί, όπως πολύ σωστά αναλύει ο καθηγητής κ. Κ. Φωτιάδης ,θέσαμε ως πρώτη προτεραιότητα να ασχοληθούμε με τον χώρο του ελλαδικού κράτους. Αγνοήσαμε όμως έτσι την ουσία. Ότι ο ελληνισμός εκτείνονταν πολύ πέραν του ελλαδικού κράτους. Ότι εκεί ο Ελληνισμός γέννησε και ανέπτυξε πολιτισμούς, οι οποίοι μετασχημάτισαν και μπόλιασαν άλλους πολιτισμούς στους οποίους δώσαμε άλλο χαρακτήρα.

Γιατί εκτιμήσαμε ότι πρέπει στο όνομα της φιλίας και καλής γειτονίας να θέσουμε λήθη στην ιστορία μας. Έτσι  οδηγηθήκαμε στην πράξη σε μια ειρηνική συνύπαρξη, η οποία δεν βασίσθηκε στην υπέρβαση των προβλημάτων του παρελθόντος, αλλά στην εξάλειψη τους..

Γιατί κυριάρχησαν οι απλουστευτικές αντιλήψεις στην ερμηνεία της ιστορίας. Ότι  αγριότητες διαπράχθηκαν και από τις δύο πλευρές και επομένως μπορεί να γίνει συμψηφισμός. Είναι ποτέ δυνατό όποιες αγριότητες πιθανόν έγιναν από μάχιμο στρατό, να συμψηφιστούν με την συστηματική εξόντωση αμάχων πολιτών, γιατί είχαν διαφορετικό θρήσκευμα η εθνική ταυτότητα ; Για ποιόν στρατό μιλάμε όταν στον Πόντο δεν υπήρχε σχεδόν ούτε ένας Έλληνας στρατιώτης.;   Μήπως ο εχθρός ήταν οι γέροντες και τα παιδιά που υποχρεώνονταν σε ατέλειωτες πορείες χωρίς σκοπό και χωρίς γυρισμό; Μήπως ο εχθρός ήταν οι μάνες που αναγκάσθηκαν να αφήσουν στις άκρες των δρόμων της ατέλειωτης εξορίας τα μικρά παιδιά που δεν μπορούσαν να κουβαλήσουν η να θρέψουν, παιδιά που τα πιο πολλά έγιναν τροφή άγριων ζώων ;

Στους αρνητές της γενοκτονίας  που τραυματίζουν την συνείδηση των Ποντίων και φανερώνουν άγνοια της ιστορίας θέλουμε να τους πούμε ότι: Ο όρος γενοκτονία επινοήθηκε το 1948 για να στιγματίσει καταστάσεις του παρελθόντος οι οποίες προσέλαβαν διαστάσεις εθνοκάθαρσης και να αποτρέψει όμοιες στο μέλλον.

Οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην σύμβαση για τον χαρακτηρισμό της γενοκτονίας είναι σίγουρο ότι η  περίπτωση των Ποντίων αυτή εκπληρώνει τους όρους, αφού αρχικά έχει αποδειχθεί από την ιστορική έρευνα η εκπόνηση ενός σχεδίου εξόντωσης του γένους των Ποντίων ενταγμένου στη διαδικασία του εκτουρκισμού των πάλαι ποτέ «μιλλέτ» του οθωμανικού κράτους.

Οι Πόντιοι αποτέλεσαν ιδιαίτερη εθνο-πολιτισμική ομάδα με χαρακτηριστικά διάφορα από εκείνα της κυρίαρχης ομάδας και γι αυτό μη αφομοιώσιμα. Η διαφορετικότητα ενεργοποιούσε στην περίπτωση αυτή την διαδικασία εθνοκάθαρσης προκειμένου να γίνει πράξη ο μετασχηματισμός από οθωμανικό σε τουρκικό κράτος. Και αυτό προϋπέθετε τη εξόντωση του διαφορετικού πολιτισμού που εκπροσωπούσαν οι Πόντιοι.

Αγνοούν συνειδητά η ασυνείδητα το πλήθος των στοιχείων που προέρχονται από προξενικά έγγραφα , αναφορές, συζητήσεις και αγορεύσεις σε ευρωπαϊκά κοινοβούλια και ομολογίες ανθρώπων της εποχής εκείνης. Ακόμα και από την Τουρκία. Έχουν να παρουσιάσουν στοιχεία; Και αν ναι γιατί δεν τα φέρνουν στο φως, να μάθουμε και εμείς και να προβληματισθούμε;

Αποποιούνται με ασυγχώρητη επιπολαιότητα τη διαμαρτυρία των Ελλήνων συγγραφέων και καλλιτεχνών προς τους διανοούμενους της Ευρώπης και της Αμερικής στα πλαίσια της οποίας αναγράφεται «μετά βαθυτάτης συγκινήσεως οι συγγραφείς και καλλιτέχναι της Ελλάδος απευθύνονται προς τους διανοούμενους του πεπολιτισμένου κόσμου όπως γνωστοποιήσουν εις αυτούς την τραγωδίαν χιλιάδων οικογενειών του Ελληνικού Πόντου… »

Τώρα που στεκόμαστε όλοι βουβοί μπροστά στο μνημείο αυτό της τουρκικής θηριωδίας και του συλλογικού μας πένθους πρέπει να συνεννοηθούμε με λόγια απλά, που έρχονται από το βάθος του χρόνου, από τα λημέρια του Ομήρου και τις κατοικίες των θεών.

Από αυτήν την αρχαιότητα κατάγονταν οι παλιοί κάτοικοι της ποντιακής πατρίδας, που ρίζωσαν στη γη Πόντου και μεγαλούργησαν ως άποικοι, μακριά από τον τόπο τους. Είναι αυτοί που έστησαν το βασίλειο των Κομνηνών στην Τραπεζούντα, αυτοί που οικοδόμησαν το μεγαλείο της σκέψης μας με το φροντιστήριο και τα ευαγή ιδρύματα του νεότερου Πόντου. Είναι αυτοί που γαλούχησαν τους προπάτορες μας και δίδαξαν Ελληνισμό μέσα στο βαθύ σκοτάδι του μουσουλμανικού χάους και οικοδόμησαν Ορθοδοξία  με τις 1890 εκκλησιές και τα 1400 σχολεία. Είναι αυτοί που πρωτοστάτησαν στην Ανάσταση του γένους με την Φιλική Εταιρεία, οι Υψηλάντηδες και Μουρούζηδες. Είναι αυτοί που έκαναν όνειρα για έναν ελληνικό Πόντο, για μια προοδευτική πατρίδα με υψηλά επίπεδα παιδείας και πολιτισμού. Είναι οι εθνομάρτυρες που τόλμησαν να ονειρευτούν την ελευθερία και πλήρωσαν βαρύ τίμημα κρεμασμένοι στα στρατοδικείο της Αμάσειας από το ίδιο δένδρο που έσταζε θάνατο.

Που πήγε και κρύφτηκα ο αετός του Πόντου;

Κάποτε ήρθε ο μεγάλος πόλεμος και σάρωσε τις πατρίδες μας κουβαλώντας μαζί με τους ανέμους το μαρτύριο και την καυτή ανάσα του θανάτου. Οι Νεότουρκοι είχαν αφαιμάξει τους ελληνικούς πληθυσμούς. Τους είχαν εκπατρίσει, τους είχαν εκτοπίσει, τους εξόντωσαν και τους αποδεκάτισαν με συνεργούς την πείνα, την αρρώστια, τις κακουχίες, την αδιαφορία και την κρυφή συνδρομή των Μεγάλων δυνάμεων. Οι ακμαίες πόλεις μεταβλήθηκαν σε ερείπια. Έμενε μόνο όρθια η ψυχή. Οι ελληνικοί πληθυσμοί πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς κραδαίνοντας την ψυχή που τους είχε απομείνει και το όνειρο που είχε σκαλώσει στην σκέψη τους.

Στις νέες πατρίδες μόχθησαν, δημιούργησαν. Τώρα που έχουν πια ριζώσει ήρθε ο καιρός του θερίζειν. Ο καιρός να αναμετρηθούν με το παρελθόν. Να δουν τι έχασαν και τι τους πρέπει. Τώρα ήρθε η στιγμή να αγγίξουν το παρελθόν τους χωρίς αυτό να στοιχειώνει πια μέσα τους. Να μαζέψουμε τα κομμάτια μας. Να διεκδικήσουμε το δικαίωμα στην μνήμη. Να ξεκαθαρίσουμε το χθες και ότι αυτό αντιπροσωπεύει.

Όχι για να εκδικηθούμε. Μόνον ανάγκη απονομής Δικαιοσύνης στα θύματα, μα και στην ανθρωπότητα ολόκληρη.    Και πριν απ’ όλα, η προστασία του γένους των Ανθρώπων.

Ανάγκη να πάψει πια το φρικτό έγκλημα της γενοκτονίας να αποτελεί εύκολη λύση των διεθνών προβλημάτων.

Απαιτούμε από την γείτονα χώρα να σταματήσει να αρνείται το μαζικό έγκλημα και την καλούμε να πράξει το καθήκον της, αναγνωρίζοντας την ευθύνη για την Γενοκτονία, ως ελάχιστο δείγμα σεβασμού, ειλικρινούς μεταμέλειας, φιλίας και συνεργασίας με την Ελλάδα.

Ενωμένοι απέναντι στο πεπρωμένο μας με τόλμη και συνέπεια αλλά και με σεβασμό. Απέναντι στις εκατοντάδες χιλιάδες των νεκρών συμπατριωτών μας.

Οι νεκροί του Πόντου ζητούν δικαίωση μέσα από τις νεώτερες γενιές. Γενιές που μπορεί να μη μιλάνε καλά τα Ποντιακά, να μην τους διδάχθηκε η ιστορία όπως έπρεπε , αλλά είναι πιο Πόντιοι και από τους προγόνους μας.

Ξέρουμε να παλεύουμε. Να αγωνιζόμαστε. Να διεκδικούμε. Να διεκδικούμε με πείσμα. Γιατί το πείσμα μας περισσεύει. Η ώρα της δικαίωσης δεν θα αργήσει.

Και σ’ αυτόν τον αγώνα λίγοι θα είναι εκείνοι που θα μας συμπαρασταθούν και πολλοί που θα μας πολεμήσουν.
Αλλά έχουμε υπομονή.

Και μέχρι τότε θα βροντοφωνάζουμε. Γιατί οι ρίζες των προσφύγων είναι σαν το μανδραγόρα, που λένε όταν ξεριζώνεις τις ρίζες του ουρλιάζουν.

«Όχι μωρέ…. δεν ξεχνάμε ».

Ρωμανίδης Ν. Θεόδωρος

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΝΤΙΩΝ Ν. ΞΑΝΘΗΣ