9 Μαΐου Γιορτή της μάνας - Μάνα της προσφυγιάς
06
Μαΐου 2010, 06:23
9 Μαΐου Γιορτή της μάνας - Μάνα της προσφυγιάς

«Προς τα τέλη του 1917 νομίζω, σε κάποιο κρυψώνα στο βουνό Κοτζά Ντάγ οι Τούρκοι ανακάλυψαν πολλές ομάδες γυναικόπαιδα που κρυβόντουσαν.
Άλλες τις βίασαν, άλλες τις πήγαν εξορία όπου και χάθηκαν και άλλες τις πήγαν σαν δούλες και τις πούλησαν.
Μία ομάδα γυναικών ήμασταν κρυμμένες μέσα σε ένα ρέμα στο ποταμό Λύκο, έτσι το λέγανε ή Γεσίλ Ιρμάκ ή Ίρη δεν θυμάμαι, και εκεί κρυφτήκαμε κάτω από ένα καταρράκτη που είχε πίσω σπηλιά.

Είδαμε τους Τούρκους να έρχονται προς την μεριά μας ακολουθώντας το ποτάμι και σε ύποπτα μέρη πυροβολούσαν για να δουν αν κάποιος βρίσκεται κρυμμένος σε θάμνους ή μέσα στις καλαμιές.

Καταλάβαμε ότι το ίδιο θα γίνει και με μας αν μας ανακάλυπταν. Εκεί όμως που βρισκόμασταν δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι πίσω από τον καταρράκτη θα υπήρχαν άνθρωποι. Αλλά είχαμε μαζί μας και μικρά παιδιά και σκεφθήκαμε, καλά όλα αυτά αν όμως κάποιο παιδί κλάψει και προδώσει την θέση μας τι θα γίνει.

Ήμασταν περισσότερες από 100 γυναίκες και είχαμε 8-10 παιδιά, ηλικίας 2 έως 7 χρονών. Αποφασίσαμε να τα πνίξουμε μη τυχόν και κλάψει κάποιο ή μιλήσει, όταν οι Τούρκοι θα ήταν κοντά μας  και ανακαλύψουν την κρυψώνα μας και μας συλλάβουν.
Τότε η κάθε μία από εμάς πήρε το παιδί της άλλης και το έπνιξε, σφίγγοντας το λαιμό του και αφήνοντας το νερό του καταρράκτη να μπει μέσα στο στόμα του.
Κάποιο κοριτσάκι 6-7 χρονών όταν είδε το τι γινότανε, μας κοίταξε με τα θλιμμένα και τρομαγμένα μάτια του και μας παρακάλεσε να μην της βγάλουμε από το λαιμό κάτι χαϊμαλιά που είχε, λέγοντας μας «όταν με πνίγετε να μου βγάλετε από το λαιμό μου τα χαϊμαλιά».

Έτσι αφηγήθηκε τις τραγικές εκείνες ώρες του πόνου, του ξεριζωμού, του χαλασμού και του θανάτου μια μάνα, η Σαλτσίδου Βαρβάρα από την Έρπαα.

Σ αυτήν την μάνα, εμείς οι  απόγονοι προσφύγων, αφιερώνουμε την μέρα αυτή.

Στη Μάνα της Ανατολής που σε εποχές ηρεμίας και γαλήνης, παρά τον καθημερινό της μόχθο, προσπαθούσε να αναστήσει τα παιδιά της και ταυτόχρονα έβρισκε χρόνο για βεγγέρες στις γειτόνισσες και για κουβέντες χαράς στις βρύσες ,στα σοκάκια , στα μουχαπέτια και  στα παρχάρια.
Στην Μάνα της Ανατολής που έζησε τις τραγικές ημέρες των διωγμών,  του ξεριζωμού, της ανείπωτης φρίκης στα καραβάνια του θανάτου.

Στην Μάνα της Ιωνίας, του Πόντου, της Καππαδοκίας, της Κωνσταντινούπολης που βίωσε ανείπωτα αίσχη και βανδαλισμούς, εξορίες, κακουχίες,  εκτοπισμούς, ατέλειωτες πορείες θανάτου. Τότε που η μυρωδιά του θανάτου απλώνονταν πάνω από τα χωριά και τις πόλεις. Μέσα στα δάση και στις σπηλιές. Σε όρη και στα απάτητα βουνά. Στα ποτάμια και στις παραλίες.

Στις μέρες που όταν «Έπεφτε η μάνα και το παιδί δε στέκονταν να την σηκώσει, πέθαινε το παιδί κι η μάνα δεν προλάβαινε να το νεκροφιλήσει», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Διδώ Σωτηρίου.

Στις μάνες που έκαναν τα πάντα για να σώσουν την οικογένειά τους. Στις Μάνες που ατιμάσθηκαν, βασανίσθηκαν και σφαγιάσθηκαν μπροστά στα μάτια των παιδιών τους, αλλά και τραγικές μάνες που υποχρεώθηκαν να παρακολουθήσουν τα μαρτύρια που τραβούσαν τα αγγελούδια τους, έρμαια στις ορέξεις όλων των κακοποιών στοιχείων που είχαν ξαμοληθεί διψώντας για σάρκα και αίμα.
Στις Μάνες που ανήμπορες να κουβαλήσουν τα παιδιά τους πιο μακριά, τα εγκατέλειπαν στα βουνά, αφήνοντας τα στο έλεος της πείνας και των άγριων θηρίων.

Στις Μάνες που μέσα στο γενικό χαλασμό, το σπρώξιμο και την αναμπουμπούλα έχαναν μέσα από την αγκαλιά και το χέρι τους τα μωρά παιδιά τους. Θρήνος και μοιρολόι.

Και όταν πια ξεριζωμένοι από την Μικρασία, τον Πόντο, την Καππαδοκία, την Ανατολική Θράκη ξεβράστηκαν κάπου στην Ελλάδα τότε αναδείχθηκε το μεγαλείο της ψυχής της μάνας.

Μονομιάς ξέχασε τους σκοτωμούς, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά. Ρίχτηκε στη δουλειά. Να ζήσει το παιδί, το αδελφάκι, το κάθε αδύναμο πλάσμα της οικογένειας. Έγινε δούλα, πλύστρα, παραδουλεύτρα, εργάτρια. Πάλεψε με τη γη και με όλα τα στοιχεία της φύσης, τις αναβροχιές, τις πλημμύρες, το χαλάζι. Τις παγωνιές του χειμώνα, την κάψα του καλοκαιριού. Τα ροζιασμένα τους χέρια διοχέτευσαν στη γη, μαζί με το σπόρο και το φυτό, την ουσία της ψυχής τους.

Όμως δε βαρυγκωμούν, καθώς μία είναι η λαχτάρα τους: να ζήσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να τα καμαρώσουν παλικάρια και κοπέλες με δικά τους σπιτικά και δική τους οικογένεια. Γι’ αυτό και δούλεψαν μερόνυχτα.

Έστησαν και πάλι το νοικοκυριό τους. Άστραψαν τα σπιτικά τους, όλα πεντακάθαρα, όλα κεντημένα. Οι κουβέρτες στο κρεβάτι, τα κουρτινάκια στα παράθυρα. Κεντημένα και κολλαριστά. Το φτωχικό και άγονο χώμα μεταμορφώθηκε σε αφράτη και γόνιμη γη  με αμέτρητα καρποφόρα δέντρα, περιβόλια, γεννήματα και κοπάδια ζώων

Μέσα σε λίγα χρόνια  νέοι προσφυγικοί οικισμοί και νέα χωριά δημιουργήθηκαν στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη αλλά και σε άλλες περιοχές, κυρίως στην Βόρεια Ελλάδα, που βαπτίστηκαν με τ’ όνομα του τόπου καταγωγής προσθέτοντας και τη λέξη «Νέος» μπροστά, όπως ο Νέα Μηχανιώνα, Νέα Σάντα, Νέα Κερασούντα, Νέα Καρβάλη,κ.α.
Ρίζωσαν και φύτρωσαν και άνθισαν τα βλαστάρια τους, που πλούσια και ευλογημένα πλημμύρισαν την Ελλάδα.
Ολοζώντανο το παρελθόν με τις άσβηστες μνήμες. Ανέπαφα τα τραγούδια, οι χοροί η μουσική, τα έθιμα, τα φαγητά, οι αξίες.

Γιορτή της Μητέρας, λοιπόν, σήμερα. Λίγα λουλούδια, ένα τρυφερό χαμόγελο, ένα γλυκό φιλί και ένα απλό «ευχαριστώ» μπορεί να είναι λίγα για να χωρέσουν την ευγνωμοσύνη μας για όλα όσα ακούραστα μας προσφέρει η μητέρα.

Είναι όμως αρκετά για να την κάνουν ευτυχισμένη.

«Μιας μέρας γιορτή δεν είναι παρά μια μόνο σταγόνα ευγνωμοσύνης μπροστά στον ωκεανό της προσφοράς σου.

Μιας προσφοράς, που δεν ζυγίζεται ούτε μετριέται με ανθρώπινα μέτρα.
Μόνο ο Θεός που σε έφτιαξε μπορεί να τη ζυγίσει….»

Χρόνια πολλά Μανούλες μας.

Ρωμανίδης Ν. Θεόδωρος

Συλλογος Ποντιων Ν. Ξανθης