Χριστούγεννα στον Πόντο
28
Δεκεμβρίου 2010, 14:14

«Τη Χριστού»

(από το περιοδικό «Ποντιακή Εστία», τεύχος 59-60, 1954)

Έτσι έλεγαν στα μέρη μας τα  Χριστούγεννα: «Τη Χριστού». Και ο κόσμος την περίμενε την μεγάλη αυτή εορτή, όπως και την Λαμπρή.  Τοποθετημένη και τούτη στο τέρμα μιας Σαρακοστής με τη πιο αυστηρή αποχή από την κρεοφαγία και κάθε αρτύσιμο, ήταν φυσικό, να κρατεί τον κόσμο σε αγωνία: «Πότε θα έρται τη Χριστού».

 Όλοι ανεξαιρέτως νήστεψαν και μικροί και μεγάλοι. Καμιά παράβαση. Τους μικρούς τρομοκρατούσε ο «κουκαράς» και τους μεγάλους, αν αποτολμούσε κανείς να καταλύσει την νηστεία- περίπτωση  σπανιότατη – τους συγκρατούσε ο φόβος από την ρετσινιά «ατός φαρμασώντς εν» η «προτεστάνος εν». Και ο εξαγνισμός της ψυχής δεν ήθελε τίποτα άλλο, για να ολοκληρωθεί, παρά μόνον τον «πνευματικόν», κάποιον καλόγερο από την Παναγία Γουμερά, για το «Ξαγούρεμαν». Κι αν κανείς τύχαινε να μη τα έχει καλά με τον γείτονα του θα έπρεπε δίχως άλλο να πάει να συχωρεθεί και να συχωρέσει λέγοντας του: «σχώρα με κι άς σχωρώσε ». Μόνο έτσι θα μπορούσαν κι οι δύο να πάνε να «κοινωνίζνε».

Δεν ήταν όμως μόνο αυτός ο λόγος που έκανε να περιμένει με τόση λαχτάρα, « πότε θα έρται τη Χριστού». Οι «ξενιτάρ» οι περισσότεροι συνήθιζαν να επιστρέφουν στα χωριά τους το τελευταίο δεκαπενθήμερο τη « Χριστιαναρή» και μέχρι της παραμονής. Είναι όλοι σχεδόν κτίστες και οικοδόμοι στην Κριμαία και ιδίως στην Γιάλτα και την περίοδο αυτή τη νεκρή για το επάγγελμα τους διαλέγουν να επισκεφθούν τις οικογένειες τους. Πόσο θα χαρούν όλοι όταν θα ανταμωθούν.  Άφησαν τις γυναίκες τους με τα παιδιά στην κοιλιά και τώρα για πρώτη φορά τα παιδάκια θα νοιώσουν το φιλί και το χάδι του πατέρα, κι ο πατέρας θα αντικρίσει τον βλαστό του και θα ακούσει τη φωνούλα του με την άγια λέξη «μπαμπά». Μέτοχοι της χαράς θα είναι και όλοι οι χωριανοί. Γιατί « οι νεοφερμέν » θα δώσουν στο χωριό καινούργια ζωή με τα « φαγοπότ(α)ε » και τους χορούς. Δεν αποκλείεται να έχουν φέρει και κανένα χαρτζιλίκι από τους δικούς τους από τους ξενιτεμένους η κανένα ρουχάκι στα παιδιά, στις γυναίκες, στους σπιτικούς.

Την παραμονή διέκοπταν τα μαθήματα τα σχολεία, άλλα για ολόκληρο το «δωδεκαήμερον» και άλλα « ους τον νέον χρόνο». Η χαρά των παιδιών είναι απερίγραπτη. Κι ας τους αγκάρεψε ο δάσκαλος να γεμίσουν ολόκληρες κόλλες αναγράφοντας πολλές σελίδες του αναγνωστικού. «Αποβραδίς τη Χριστού» θα γυρίσουν τα σπίτια και θα τραγουδήσουν το «Χριστός γεννέθεν, χαρά σ’ον κόσμον» η το « Άγγελος κετέβη εξ ουρανού» με την επωδό σε κάθε στίχο του το «Η περιστέρα με χρυσά φτερά. Μήτηρ του Φωτός και παντός, Χαίρε Δέσποινα». Και τον «Νεόχρονον» το βράδυ πάλι θα τραγουδήσουν τα κάλαντα, θα δούνε και τα «μωμοέρ(α)ε».

Επί τέλους έφτασε η πολυπόθητη ημέρα. «Έρθεν τη Χριστού»! Τα μεσάνυχτα σημαίνουν οι καμπάνες και στη γειτονιά δεν ακούς τίποτε άλλο, παρά τον βρόντο στις πόρτες και τις φωνές « Ε, σκωθέστεν, εντώκαν τα καμπάνας». Μερικές μητέρες αυτήν την ώρα ξαγρυπνούν ακόμα. Δεν πρόλαβαν να συγυρίσουν το σπίτι η να ετοιμάσουν το φαγητό για την γιορτή η να ράψουν τα ρουχάκια η τα τσαρουχάκια των παιδιών τους, αν δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια να τους αγοράσουν «τζάπουλας», «κουντούρας» η «τσαγκία».

Πολλά παιδάκια είχαν αποκοιμηθεί, μόλις λούσθηκαν, ντυμένα με τα γιορτινά τους. Τόση πολλή είναι η χαρά τους για την καινούργια φορεσιά και τόσο μεγάλος ο ενθουσιασμός τους για την γιορτή.

Η νύχτα συνήθως είναι θεοσκότεινη. Τα γύρω όλα σκεπασμένα με παχύ στρώμα χιονιού. Ο ουρανός ξάστερος και το αγιάζι τσουχτερό. Στην Ανατολή ένα ολόλαμπρο αστέρι ακτινοβολεί, λες και είναι αυτό το άστρο που οδηγούσε τους μάγους στο Σπήλαιο της Βηθλεέμ.

Σε λίγο η εκκλησία όλη και κάτω και πάνω στο «γυναικαρείον» είναι κατάμεστη από κόσμο. Οι επίτροποι έχουν αντικαταστήσει τα Εξαπτέρυγα, το Ευαγγέλιο,  το θυμιατό και μερικά άμφια με τα «κειμήλια». Είναι όλα πολύτιμα και μόνο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα βλέπουν το φως της μέρας. Όλα τώρα είναι λαμπερά. Η λειτουργία συνεχίζεται. Και το κάπως επίσημο ύφος που παίρνουν ιερείς και ψάλτες, και ας μην διακρίνονται πολλές φορές για την μουσική τους τέχνη, μεταρσιώνει το εκκλησίασμα και το ανεβάζει σε άλλους αιθέρες και όταν ψέλνουν ιδίως τις Καταβασίες «Χριστός γεννάται, δοξάσατε», τα Μεγαλυνάρια, το τροπάριο «Η Γέννησις Σου Χριστέ ο Θεός ημών» και το κοντάκιο «Η Παρθένος σήμερον» ο κόσμος νομίζει ότι όλα αυτά τα βλέπει στην πραγματικότητα. Το κοντάκιο αυτό σημειωτέον ότι  εψέλνετο ανά εις στίχος υπό του ιερέως και των ψαλτών.

Τα παιδιά «κρατούν το ήσσον», κανοναρχούν. Και μετακινούνται μεταξύ δεξιού και αριστερού ψάλτου κρατώντας το Μηνιαίο η την Οκτώηχο- οι εκκλησίες τα βιβλία δεν τα είχαν διπλά-και διαβάζουν φράση με φράση μεγαλοφώνως για να ψάλουν οι ψάλτες. Σε λίγο θα ανταγωνισθούνε με τον Απόστολο. Ποιος θα το πει ελληνικά. Όσο για τούρκικα δεν ήταν πολλοί υποψήφιοι. Αλήθεια, πόσο ωραία αντηχούσε κάτω από το θόλο του ναού το «Παύλοσουν Γαλατί αληλερέ γκιοντερτιγί μεκτουμπουνούν κουραατή ντιρ»;!

Πλησιάζουν πια τα ξημερώματα. Απολύει η Εκκλησία και ο κόσμος κατευθύνεται στα σπίτια του, όπου τους περιμένει αχνιστό και μυρωδάτο φαγητό από «κουζούμ», τη «χαβουρμάν», « τ’ άλειμμαν» βρασμένα μέσα στην «τσάπαν»-πήλινη κατσαρόλα. Όσοι έχουν «γεννούλ χτήνον» η «μοζίκαν» δεν θα τους λείψει και το «ξύγαλαν». Τα αυγά, το βούτυρο δεν έλειπαν φυσικά ποτέ ακόμα και από το πιο φτωχικό σπίτι.

Το κρασί ήταν άγνωστο για τον πολύν κόσμο. Και το ρακί μόνον στις επισκέψεις προσφέρονταν.

Και το πρωί αργά αρχίζουν οι επισκέψεις ομαδικώς. Οι άνδρες και τα παιδιά της μιας συνοικίας όλοι περνούν από όλα τα σπίτια της άλλης συνοικίας. Χαιρετώντας λένε «Χριστός ετέχθη». Και απαντούν σ’ αυτό «Αληθώς ετέχθη». Προσφέρεται ρακί με μεζέ «καβουρμά» η «κοιλίδ» η «στύπα». Κάπου κάπου προσφέρουν στο τέλος και «πουλουλάπα».

Της ομάδος προπορεύεται ο ιερέας και ακολουθούν οι «μειζετέρ» και κατόπιν οι νέοι και τα παιδιά. Από τις συζητήσεις δεν λείπουν ούτε τα αστεία, ούτε τα πειράγματα, ούτε η πολιτική. Και προκειμένου περί Ελλάδος, «για τον Μωρέαν», όπως έλεγαν την Ελλάδα μερικοί γέροι ξενιτεμένοι άλλοτε στα βάθη της Μ. Ασίας, τον λόγο είχαν πάντα οι «νεοφερμέν», «ξενιτάρ». Στη Γιάλτα ευτύχησαν να γνωρίσουν τη βασιλική οικογένεια της Ελλάδος.

«Οι εξ μεγάλες δυνάμεις ας αφήνε την Ελλάδαν να τρανύν. Φογούνταν γιαμ παιρ’ την Πόλ’. Γιατ΄ατό κι διν’ ατεν και την Κρήτεν», «στα 1912 το Πάσχα συμπίπτει την ίδια ημέρα με τον Ευαγγελισμό». Αυτά και τα παρόμοια δίνουν και παίρνουν σαν τα πιο ευχάριστα θέματα συζητήσεων.

Κάποιος ιερέας έχει και το βιβλίο που γράφει την προφητεία του Αγαθαγγέλου. Οι «μειζετέρ» συζητούνε και οι νεώτεροι και τα παιδιά ακούνε. Και όλοι μαζί προσδοκούνε την Ανάσταση του Γένους.

Κάποιοι νέοι φροντίζουν για την εξεύρεση ενός μεγάλου σπιτιού παλαιού ρυθμού για τον χορό. Θα χορέψουν όλη τη νύχτα και όλο το χωριό. Γύρω και κυκλικά ο χορός και στη μέση «σο μεσοχάμ»  τα θεωρεία για όσους δεν χορεύουν.

«Ε και να έτον ατώρα εκείνο ο καιρός».

Ι. Αβραμαντής.


Κάλαντα και καλός χρόνος -   τ’ ουλωνών να χατ’ ο πόνος

Κάλαντα καλή χρονία -  λαχ χάται ανεχετία.

Κάλαντα και νέος χρόνος - ν’ ανοί’ ο καλόν ο δρόμος

Κάλαντα νεοχρονία -  χαρά, γέλος και δουλεία.

Κάλαντα και νέο έτος - ευτυχία’ς σ’ ολτς οφέτος.