Ποντιακά Χριστούγεννα
16
Δεκεμβρίου 2009, 18:46

Από τις θρησκευτικές γιορτές, μεγάλη σημασία έδιναν στα Χριστούγεννα. Την παραμονή των Χριστουγέννων εθήμιζαν (έλεγαν τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα). Τα πιο χαρακτηριστικά και ιδιωματικά χριστουγεννιάτικα κάλαντα του Πόντου είναι τα ακόλουθα:

Χριστός ΄γεννέθεν,
χαράν σον κόσμον,
χα καλή ωρά, καλή σ' ημέρα.
Χα καλόν παιδίν οψέ ΄γεννέθεν,
οψέ ΄γεννέθεν, ουρανοστάθεν.
Τον εγέννεσεν η Παναγία,
Τον ενέστεσεν Αϊ- Παρθένος.
Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάριν
κι εκατήβεν σο σταυροδρόμι,
σταυροδρόμι και μυροδρόμι.
Έρπαξαν Ατόν οι χιλ' Εβραίοι,
χιλ΄ Εβραίοι και μυρι' Εβραίοι.

Α σ' ακρόντικα κι α' σήν καρδίαν
αίμαν έσταξεν, χολή ΄κι εφάνθεν.
Ούμπαν έσταξεν και μύρον έτον,
μύρος έτον και μυρωδία.
Εμυρίστεν ατό ο κόσμος όλον,
Για μυρίστ΄ατό κι εσύ Αφέντα.
Έρθαν τη Χριστού τα παλικάρα
και θημίζνε τον νοικοκύρην,
νοικοκύρην και βασιλέαν.
Δάβα σο ταρέζ', κι ελά σην πόρταν,
δος μας ούβας και λεφτοκάρα.
Κι αν ανοιείς μας, χαράν σην πόρτα σ'.

Τα παιδιά έψελναν τα ποντιακά κάλαντα συνήθως το απόγευμα ή το βράδυ της παραμονής και τους έδιναν, αντί για λεφτά, ξηρούς καρπούς, ξερά σύκα και κερατούτσες που έμοιαζαν με φασόλια αλλά ήταν γλυκές. Σε άλλα μέρη οι Πόντιοι, παραμονές Χριστουγέννων, μαζεύονταν στην πλατεία και αποφάσιζαν για το γιορτινό τραπέζι.

Την παραμονή σταματούσαν κάθε εξωτερική δουλειά και απλά συμπλήρωναν τις τελευταίες λεπτομέρειες για τη μεγάλη γιορτή.

Σε πολλά μέρη έβαζαν στο τζάκι ένα κούτσουρα το «χριστοκούρ'» το οποίο άναβαν μόλις χτυπούσε η καμπάνα και θα κρατούσαν αναμμένη τη φωτιά τρεις μέρες τα  «Χριστουήμερα» όπως έλεγαν τις τρεις μέρες των Χριστουγέννων.

Για γούρι σε άλλες περιοχές το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων έκαιγαν στην φωτιά ένα χλωρό κλαδί από απιδιά και το νέο έτος από μηλιά. Πρόσεχαν να  καίγεται όρθιο και να μην πέσει γιατί πίστευαν πως θα χαλάσει το γούρι.

Από το βράδυ τα παιδιά της ευρείας οικογένειας, έκοβαν κλαδιά αχλαδιάς πού τα καβαλούσαν σαν άλογα, έφταναν στη πόρτα του σπιτιού και μπαίνοντας φώναζαν « Χριστούγεννα και κάλαντα και φώτα και καλοχρονία και καλοκαρδία και να ζήσει ο πατέρας και η μητέρα και όλοι οι σπιτικοί».

Μόλις έμπαιναν στο σπίτι ο πατέρας τους έδινε φιλοδώρημα μετά έπαιρνε τα  φανταστικά άλογα κάρφωνε στο δήθεν στόμα τους από μια μπουκιά ψωμί και τα έβαζε κοντά στο τραπέζι, οπότε άρχιζαν το φαγητό.

Στις 4 το πρωί χτυπούσε η καμπάνα για να πάνε στη εκκλησία. Την ημέρα αυτή  όλοι θα φορούσαν καινούργια ρούχα και παπούτσια και θα ετοίμαζαν τα πιο καλά  φαγητά.

Ανήμερα των Χριστουγέννων, μετά την εκκλησία, έτρωγαν όλοι μαζί στο σπίτι πατσά. Ένα άλλο έθιμο ήταν η προσφορά δώρων στα παιδιά από το νονό τους και πολλές φορές ο βαφτισιμιός πρόσφερε δώρα στο νονό του και αυτό λεγόνταν « καλαντίασμαν.

Όλοι συγκεντρώνονταν σε κοινό τραπέζι στη μέση του οποίου έβαζαν ένα κλαδί  μηλιάς που το έφερνε το πιο μικρό παιδί, το οποίο φιλοδωρούσαν ο παππούς και η  γιαγιά, πιστεύονταν ότι έφερνε ευτυχία. Διασώζονται τραγούδια της Χαλδίας, τα οποία παρακινούν τις νέες κοπέλες να λάβουν υπόψη τους τον γάμο, «έπαρ τη χαράν σ' ομμάτ' τα'ς». ».

Ένα σημαντικό έθιμο των Χριστουγέννων στον πόντο είναι και οι Μωμόγεροι «εποίναν τοι Μωμοέρτς».

Χουσπαντιών ήταν λαϊκά δρώμενα που τελούνταν την παραμονή των Χριστουγέννων από όμιλο τεσσάρων ανδρών, οι οποίοι μεταμφιέζονταν: ο ένας σε γενειοφόρο γέροντα, που ονομαζόταν Μπέης ή Αγάς, ο άλλος σε νέο με μαύρα γένια που θα υποδυόταν το ρόλο του γαμπρού, ο τρίτος σε νέο που θα υποδυόταν το ρόλο του δικαστή-κριτή κι ο τέταρτος σε ωραιότατη νέα, που ονομαζόταν Φατήκ.

Όλα τα προβλήματα τα αντιμετώπισαν με καρτερία, οι πόντιοι, « ς σο πλάν τη Ρωμανίαν».

Ένα μόνο δεν μπορούσαν να υπομείνουν, τον ξεριζωμό.

Αυτό το συναίσθημα της νοσταλγίας στον πατρογονικό τους τόπο οι καταγόμενοι από τον πόντο ποιητές, το μετέφεραν μέσα στην ποίησή τους. Ο αείμνηστος Ηλίας Τσιρκινίδης προσπαθεί να εκφράσει αυτή την αγωνία και τη λαχτάρα στο ποίημά του:

"ΧΡΙΣΤΟΥ ΄Σ ΣΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑΝ" (ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΕΙΑ)

Σκωθέστεν! Αλληλούια κι αγγελικά λαλίας γλυκέμνοστα κι ο ουρανόν κι ο κόσμον εγομώθεν.

Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα μακριά από τον Πόντο. Θέλει να φύγει γρήγορα. Παρακινεί και τους άλλους να σηκωθούν. Ακούει μέσα του τη γλυκιά μελωδία των αγγέλων της Βηθλεέμ που κατέρχεται από τον ουρανό και ο κόσμος γέμισε. Πλημμύρισε από νοστιμάδα.

Σύναυγα έρ' ται ο Χριστόν! Ας χαίρουμες, ας πάμε ΄σ σην απαντην Άτ' ΄σ σου παρχάρ' τον ανθομυριγμένον!

Με τους στίχους αυτούς ο ποιητής εξηγεί τους λόγους για τους οποίους, τους ζήτησε να σηκωθούν. Πολύ πρωί, χαράματα, έρχεται ο Χριστός και πρέπει να τρέξουμε να τον συναντήσουμε γιατί έτσι θα χαρούμε. Μόνο που πρέπει να τρέξουν στα παρχάρια, τα όμορφα βοσκοτόπια του Πόντου. Κάπου εκεί στην άκρη της πλούσιας βλάστησης βρίσκεται η δική του στολισμένη φάτνη. Παντού λουλούδια που ευωδιάζουν για να υποδεχτούν το θείο βρέφος.

Ναι! Κάθε χρόνο ο Χριστόν, ασ' σα ψηλά παρχάρα,
ερ' ται δαβαίν' και-ν ευλογίζ' τα κρύα τα νερόπα
τα χορταρόπα τα χλωρά και τα μανουσακόπα
και τ' άχαρα τα μάραντα, τα πρωτονοταγμένα-
καμίαν' κι ανασπαλλει ΄ατα και τ' απορφανισμένα!

Με οδύνη και πόνο στην καρδιά γνωρίζει ότι ο Χριστός έρχεται κάθε χρόνο στην γη. Περνάει και από τον Πόντο από τα ψηλά μέρη, τα βοσκοτόπια τους. Περνάει και χαρίζει πλούσια την ευλογία του στα κρύα νερά, στα όμορφα χόρτα και τους μενεξέδες, αλλά και όλα εκείνα τα καημένα τα λουλούδια που δέχθηκαν την πρωινή δροσιά. Καμιά φορά δεν τα ξέχασε ο Χριστός γιατί ξέρει ότι αυτά αισθάνονται ορφανά με την απουσία μας.

Κ' εμείς πώς ν' ανασπάλλομε, με το ποίον καρδίαν,
εκείνα τα παρχάρα, μουν, τ' ανέσπαλτα, ΄ς σα ξένα;

Ο ποιητής δεν βρίσκει καμία δικαιολογία να ξεχάσει να βρεθεί στην υποδοχή του Χριστού που είναι πάντα συνεπής. Δεν το επιτρέπει η καρδιά του να λησμονήσει τα παρχάρα που βρίσκονται στα ξένα.

Ας πάμε ολ' αγλήγορα, χρυσοαναλλαγμένοι
εκεί ΄ς σον παρχαρότοπον τον τσιτσεκοπλασμένον,
για ν' απαντούμε το Χριστόν σιτ' έρ' τ' απάν' ασ' σ' άθα
κι Ατόν ας τριγυλισκουμες και να παρακαλούμε:
"Χριστέ μ' πότε θα κλώσκουμες σ' εμέτερα "
,τα τόπα

Η ώρα της υποδοχής του Χριστού πλησιάζει και ο ποιητής αισθάνεται μέσα του την αγωνία. Παροτρύνει όλους να πάνε γρήγορα. Να φορέσουν τα καλύτερα ρούχα τους και εκεί στον πλασμένο από λουλούδια παρχαρότοπο να προλάβουν το Χριστό, την ώρα, ακριβώς, που θα κατέρχεται από τον ουρανό. Τότε, όλοι μαζί να σταθούμε γύρω-γύρω και να τον παρακαλέσουμε: Χριστέ μας, πες μας πότε θα γυρίσουμε στα δικά μας τα μέρη, στον τόπο μας.
Με πόνο ψυχής απευθύνεται στο Χριστό και του λέει το παράπονό του αν ξέρει πότε θα γυρίσουν πίσω στον τόπο τους.

Κ' εμπρ' ασ' εμάς γονατιστά, σα γόνατα τ' ας ρουζ' νε
Κι εκείνα τα μικρούτσικα παιδόπα μουν τ' αθώα
-με τα χερόπα τ' άγια κι ακρίματα- κ' εκείνα
κ' εκείνα π' ας παρακαλούν με τ' ανοιχτά τ' αγκάλιας.

Οι τελευταίοι τέσσερις στίχοι αναφέρονται στα μικρά παιδιά. Ο ποιητής μας γνωρίζει την αγάπη του Χριστού στα μικρά παιδιά. Γι' αυτό ζητάει τη στιγμή της συνάντησης με τον, εξ ουρανού, κατερχόμενο Χριστό, αυτά να βρίσκονται πολύ μπροστά. Όταν θα κάνει την εμφάνισή του ο Χριστός, να γονατίσουν μπροστά του με ανοιχτές τις τρυφερές αγκαλιές τους και να τον παρακαλέσουν. Τα χεράκια τους δεν έχουν γίνει αιτία για καμία αμαρτία. Είναι πολύ μικρά και αθώα ώστε να εισακουστεί η προσευχή τους, για τα "απορφανισμένα" παρχάρια, τα "ανέσπαλτα".
άρθρο Παναγιώτη Παπαδόπουλου, φιλόλογου καθηγητή.

ΕΔΕΣΜΑΤΑ-ΕΘΙΜΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Την παραμονή των Χριστουγέννων η νοικοκυρά ασχολείτο με το καθάρισμα του σπιτιού και με την Παρασκευή διαφόρων εδεσμάτων για το σπίτι και για επισκέπτες στο σπίτι της στη διάρκεια των τριών ημερών των Χριστουγέννων, γιατί γιορτάζανε τα Χριστούγεννα τρεις μέρες. Ο άνδρας παρέμενε στο σπίτι και ετοίμαζε την φωτιά για ψήσιμο των διαφόρων παρασκευασμάτων της συζύγου, όπως ήταν :

Α) Τα κολόφια : η σύζυγος έπλαθε το ζυμάρι και το έκανε ρολό όπως το λουκάνικο και το άλειφε με κροκίδα αυγού και αφού τα έβαζε μέσα σε λαμαρίνα τα τοποθετούσε στη συνέχεια μέσα στο φούρνο ή το τζάκι που φρόντιζαν να είναι αναμμένο όλη την παραμονή. Τα κολόφια τα σερβίριζαν συνήθως με γιαούρτι, με μέλι ή ζάχαρη και σουσάμι.

Β) Τα Μπουρέκια : άνοιγαν μεγάλα φύλλα από ζυμάρι και μεταξύ των δύο φύλλων τοποθετούσαν ψιλοκομμένο κρεμμύδι, ρύζι και καβουρμά (ένα είδος χοντροκομμένου κιμά) αγελαδινό βούτυρο και το τοποθετούσαν μέσα σε γάστρες ή σάτσια  επάνω από τις πυροστιές  και μετά το ψήσιμο τα άλειφαν πάλι με βούτυρο και ήταν έτοιμα για σερβίρισμα. Τα σάτσια ήταν ένα είδος κυρτής μεγάλης λαμαρίνας τα οποία τα τοποθετούσαν πάνω στις πυροστιές και ήταν εσωτερικά επενδυμένες με πηλό από στάχτη.

Γ) Τα λελέκια (πελαργοί) : Τα λελέκια ή λεϊλέκια τα έκαναν συνήθως κάθε εννέα Μαρτίου γιατί τότε πίστευαν πως έρχονται οι πελαργοί ,αλλά τα παρασκεύαζαν και στις παραμονές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Το λελέκι γίνεται με πολύ αραιωμένο ζυμάρι από αλεύρι, με βούτυρο και νερό και αφού ανάψει η πυροστιά ρίχνουν με το κουτάλι αργά αργά πάνω στο σάτσι από το ρευστό παρασκεύασμα και προσφέρεται μετά με λίγο μέλι ή γιαούρτι η ξινόγαλο (Τάν).

Δ) Γιουχάδες : Οι γιουχάδες γίνονται μόνο από σιταρίσιο αλεύρι και σε πολύ λεπτά φύλλα. Αφού ανοιχτούν τα φύλλα και αυτά απλώνονται πάνω στο σάτσι και αφού ψηθεί η μια του πλευρά την γυρίζουν από την άλλη και μετά το ψήσιμο τα τοποθετούν με σειρά μέσα σε ένα μεγάλο σινί (πιατέλα μεγάλη από λαμαρίνα).Οι γιουχάδες γίνονται πολύ νόστιμες και προσφέρονται με βρασμένο γάλα, με κοτόσουπα, με γιαούρτι και με μέλι αν υπάρχει φυσικά.

Ε) Τα Τσιριχτά :  Είναι τηγανίτες (ομελέτα) που γίνεται με λίγο αλεύρι, με γάλα, βούτυρο και αυγά. Όλα αυτά μαζί ανακατεύονται και μόλις λιώσει το βούτυρο μέσα στο τηγάνι απλώνουν μέσα σε αυτό το ήδη πλασμένο μίγμα τρυπώντας στη μέση με ένα κουτάλι για να βγει από την τρύπα αυτή το καυτό και λιωμένο βούτυρο στην πάνω επιφάνεια της τηγανίτας. Σερβίρεται συνήθως με ζάχαρη.

Στ) Τα Πισία : Παρασκευάζονται με σιταρίσιο αλεύρι, με γάλα ή νερό και αφού ζυμωθούν τα τοποθετούν μέσα σε τηγάνι που ψήνεται μέσα στο καυτό βούτυρο και ροδίζει. Φρεσκοψημένα είναι ένα από τα πιο περιζήτητα εδέσματα και μάλιστα αν συνοδεύονται και με μέλι ή γιαούρτι.

Ζ) Τελλή Πισία : Πλάθουν το ζυμάρι με σιταρένιο αλεύρι, με αυγά και γάλα και αφού τα χωρίσουν το ζυμάρι σε μικρά κομμάτια, αρχίζουν και τα ανοίγουν με οφλαγού (φυλλόβεργες) και τα ψήνουν μέσα σε τηγάνι με βούτυρο.

Η) Το Κεσκέκι : Βράζουν μέσα σε μια κατσαρόλα ένα κοτόπουλο και αφού βράσει καλά το βγάζουν και ξεχωρίζουν τα κόκαλα της κότας και το καθαρισμένο κοτόπουλο το ρίχνουν μέσα στην κατσαρόλα, ρίχνοντας μέσα και ανάλογη ποσότητα κορκότα ή κοπανισμένο και ξεφλουδισμένο καθαρό σιτάρι και βράζει μέχρι να χυλώσει, οπότε ρίχνουν και  αγελαδινό βούτυρο και το ανακατεύουν με μια ξύλινη κουτάλα για να μην κωλύσει στον πάτο. Το Κεσκέκι πρέπει να βρίσκεται πάνω στο τζάκι όλη την νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων αλλά και της Πρωτοχρονιάς και αυτό διότι υπήρχε η αντίληψη πως κάποιος δικός τους ξεκινώντας από μακριά έφθανε αργά στο σπίτι για φιλοξενία, έπρεπε να βρεθεί αμέσως κάτι ζεστό και καλό για να προσφέρουν στον ξένο επισκέπτη ή κάποιον καλανδάρι που άργησε να τους επισκεφτεί για να τους πει τα κάλαντα.

Θ) Τα Τσάτια :  Τα τσάτια γίνονται μόνο με καλαμποκίσιο αλεύρι, το οποίο πλάθεται σε σχήμα καρβελιού και τοποθετείται μέσα σε φούρνο και αφού ψηθεί το βγάζουν για να κρυώσει. Τα τσάτια είναι πολύ ιδανικά εάν συνδυαστούν με τουρσί ή γιαούρτι ή αριάνι (τάν).

Ι) Μαλάδες ή Μαλάχ : Είναι ένα πρόχειρο και γρήγορο φαγητό και παρασκευάζεται με αλεύρι σιταριού ή καλαμποκιού. Βάζουν μέσα σε μια κατσαρόλα νερό και αφού βράσει το νερό ρίχνουν μέσα αλεύρι και αρχίζουν και το ανακατεύουν μέχρι που να πήξη και με την φλαγού (φυλλόβεργα) ανοίγουν διάφορες τρύπες μέσα από τις οποίες εξέρχεται το νερό που κοχλάζει και ψήνει το ζυμάρι. Στη συνέχεια εμποτίζεται με μπόλικο τουρσί ή ζωμό από τουρσί και προσφέρεται στα μέλη της οικογένειας.

Κ) Γα΄ι΄παμτσάχ ή Μελίζια : Αφού ζυμώσουν το αλεύρι το ανοίγουν σε μεγάλα φύλλα και το κόβουν σε πολύ μικρά τετραγωνάκια και αφού τοποθετήσουν μέσα λίγο τυρί τα καλύπτουν και τα βάζουν μέσα σε κατσαρόλα για να βράσει και είναι έτοιμο για σερβίρισμα, γίνεται όμως και χωρίς τυρί.

Λ) Ο Χαλβάς : Παστό ζυμάρι από καβουρδισμένο αλεύρι σιταριού που ζυμώνεται με πετιμέζι, με μέλι και γάλα και με μεγάλη ποσότητα ζάχαρις.

Μ) Κορκότα : Αποφλοιωμένο σιτάρι, το οποίο το κοπανάνε μέσα σε ένα ξύλινο γουδί με ξύλινο κοπανιστήρι και γίνεται χυλός που το ανακατεύουν συνήθως με γιαούρτι ή Αριάνι (τάν)  ξινόγαλο. Μούσκευαν το σιτάρι μέσα σε μια σκάφη και το κρατούσαν μια ή δυο μέρες μέχρι που να μαλακώσει και με το κοπάνισμα να ξεφλουδισθεί.

Ν) Νισεστές : Μέσα σε μια μεγάλη λεκάνη ρίχνουμε μια ποσότητα σιταριού από καλό σιτάρι τη μεντάνα, σκληρό σιτάρι και λίγο νερό ώσπου να γίνει γλίτσα και να λιώνει το σιτάρι. Όταν βρίσκεται μέσα στη λεκάνη το τρίβουμε με καθαρά χέρια πολύ δυνατά μέχρι που γίνεται μια μάζα. Στη συνέχεια το απλώνουμε επάνω σε ένα σεντόνι για να ξεραθεί και όταν καλά ξεραθεί το τρίβουμε με το χέρι και το κάνουμε σκόνη όπως π.χ. η ζάχαρη. Αυτό το βράζουμε μετά και το δίνουμε στα μωρά παιδιά βάζοντας μέσα και λίγο βούτυρο.

Ξ) Το Χαβίτσι : Αλεύρι συνήθως καλαμποκίσιο, βούτυρο, νερό το βράζουμε και συνεχώς το ανακατεύουμε μέχρι που να χυλώσει και να βράσει. Μετά το βάζουμε στο πιάτο για φαΐ και είναι πολύ μαλακτικό. Το λέγανε και Γουμάχ  στο Δυτικό Πόντο και καμιά φορά ρίχνανε μέσα και κομμάτια από κρέας, τον λεγόμενο καβουρμά, εάν είχαν βέβαια.

Ο) Τα Πατλάκια : Τα γνωστά ποπ κορν.

Π) Το Τουρσί :

Ρ) Τα Γαλακτερά που χρησιμοποιούσαν ήταν το γιαούρτι, το στραγγιστό ή σουζμές, το βούτυρο, το υλιστό το γιαούρτι που το ξέρεναν και μετά το έβαζαν μέσα στα Γαϊπαντσάκια ή Μελίζια ή τα ανακάτευαν με μακαρόνια τα λεγόμενα τσιμτσίκια που τα παρασκεύαζαν από ζυμάρι.

Σε πολλά µέρη του Πόντου την Παραµονή της Πρωτοχρονιάς ο αρχηγός της οικογένειας, άντρας ή γυναίκα «εκαλαντίαζεν τ' οσπίτ'» σκορπίζοντας δηλαδή διάφορους καρπούς µέσα στο σπίτι και λέγοντας

«Άµον το ρούζ'νε αούτα τα καλά, αετσ' πα να ρούζ'νε απές΄ σ΄οσπίτ΄ ν΄εµουν τ΄ευλοϊας και τα καλοσύνας».

Ας είναι αυτές οι δικές μας ευχές για όλους.