Το τσούγκρισμα των αυγών στον Πόντο
26
Απριλίου 2011, 14:53

Τα «κόκκινα» αυγά

Το Πάσχα και ξεχωριστά οι στιγμές της Ανάστασης ήταν ιδιαίτερα συγκινητικές για τους Ποντίους. Ήταν στιγμές που είχε συνδυάσει με τα πιο βαθιά εθνικά ιδανικά του.

Η Ανάσταση στην Ανατολή γινόταν τα βαθιά χαράματα. «Όρθρου βαθέως», σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Στις πόλεις και όπου αλλού απαγορεύονταν οι κωδωνοκρουσίες , οι χριστιανοί ειδοποιούνταν τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου να πάνε στις εκκλησίες από τον ζαγκότσον, που ερχόταν και χτυπούσε τις πόρτες των σπιτιών.

Μερικά από τα έθιμα της Μεγάλης εβδομάδας έχουν αν κάνουν με τα αυγά

Οι νοικοκυρές από την Μεγάλη Πέμπτη, μετά την μετάληψη που γινόταν νωρίς το πρωί τον καθαρισμό και το γυάλισμα των μπακιρένιων σκευών, έκαναν τσορέκα και έβαφαν ωβά. Το χρώμα που προτιμούσαν ήταν το κόκκινο, αλλά τα έβαφαν και κίτρινα , πράσινα, γαλάζια η τα έκαναν πλουμιστά. Τα τορνίκα ήταν τα πασχαλιάτικα αυγά που είχαν πάνω τους διάφορα σχέδια ζωγραφισμένα.

Για τους διάφορους χρωματισμούς χρησιμοποιούσαν κρεμυδότσουφλα, τα οποία έβγαζαν ένα ανοικτό καφέ χρώμα, η κιτρινόξυλο και έτσι αποκτούσαν ένα κίτρινο η πορτοκαλί χρώμα. Μερικά τα έβαφαν με μοβ μελάνι και τα πήγαιναν στο νεκροταφείο τη Δευτέρα του Θωμά.

Την Μεγάλη Παρασκευή έφερναν ωβά στην Εκκλησία, μαζί με δείγματα (σπόρους κυρίως) των προϊόντων που παρήγαγαν στα χωράφια τους και τα τοποθετούσαν είτε στο ιερό είτε σε μια γωνιά του κυρίως χώρου για να «διαβαστούν». Ο παπάς «ευχίαζε τʼ ωβά» Τα αυγά αυτά ήταν όσα και τα μέλη της οικογένειας συν ένα και τα έλεγαν ευχασμένα ωβά. Αυτά τα έτρωγαν αμέσως μετά το Χριστός Ανέστη, ήταν η πρώτη μπουκιά που έτρωγαν εκείνη τη μέρα, αλλά δεν τσούγκριζαν με αυτά. Τα θεωρούσαν μάλιστα και θεραπευτικά. Ένα από αυτά έμπαινε στο εικονοστάσι (εικονοστάτε). Το σιτάρι που συνόδευε τα «διαβασμένα» αυγά ανακατεύονταν μέσα στον σπόρο κατά το φθινόπωρο για να ευλογηθεί και αυτός. Σε άλλε περιοχές οι γυναίκες πήγαιναν την Μεγάλη Πέμπτη αυγά με αλάτι και πιπέρι μέσα σε άσπρες πετσέτες και τα έπαιρναν μετά την Ανάσταση.

Το Χριστός Ανέστη, που έλεγε ο παπάς, πάντοτε συνοδευόταν από τον ήχο που έβγαζαν τα πιστόφα , τα ρεβόλα και τ' άλλα όπλα που βροντούσαν, για να διαλαλήσουν το ότι αναστήθηκε ο Χριστός. Μετά την είσοδο του ιερέα στην εκκλησία, η λειτουργία συνεχιζόταν ως το πρωί και κανείς βέβαια δεν έφευγε. Το τσούγκρισμα των αυγών άρχιζε με το «Χριστός Ανέστη» και συνεχίζονταν για τρεις ημέρες. Την πρώτη μέρα «εντούνʼ ναν» (τσούγκριζαν) με το μυτίν, τη δεύτερη με τον «επάτο» (κώλον) και την τρίτη με την κοιλίαν. Ο νικητής, κατά το έθιμο, έπαιρνε το σπασμένο. Έπειτα από τη μετάληψη και την απόλυση της εκκλησίας, επέστρεφαν στο σπίτι οικογενειακώς, προσπαθώντας να διατηρήσουν το φως της λαμπάδας, για ν' ανάψουν μ' αυτό την καντήλα.

Οι φανατικοί του τσουγκρίσματος των αβγών έκαναν τα τσιχτλιρένια ωβά. Δηλαδή, άνοιγαν ένα λάκκο στη χόβολη του τζακιού, αράδιαζαν εκεί τα αυγά με τη μύτη προς τα κάτω και ύστερα τα άφηναν να ψηθούν σιγά σιγά για μια μέρα , με το περιεχόμενο του αβγού να συγκεντρώνεται στη μύτη και να γίνεται μαύρο και σκληρό σαν πίσσα. Ξεχώριζαν τα γερά αυγά, «εσινάευαν τα ωβά τουν», χτυπώντας τα στα δόντια. Πολλοί χρησιμοποιούσαν ταϊγάνας ωβά, αβγά φραγκόκοτας, που επίσης ήταν σκληρά.

Εκτός από το τσούγκρισμα, είχαν ως έθιμο και το «κύλισμα των αυγών». Διάλεγαν ένα μέρος με μικρή κλίση. Άφηναν τα αυγά να κυλήσουν και αν το αυγό τους κτυπούσε κάποιο άλλο, κέρδιζαν.

Ο παππούς Αλκιβιάδης θυμάται:

«Δεν είχαμε σούβλες και αρνιά όπως τωρα, φτωχεια είχαμε, Μόνο αν κανένας είχε κότα μεγάλη, την έκοβε το Πάσχα, ή αν είχε κάποιος πρόβατο, κατσίκι ή μεγάλο ζώο, το μαγείρευε και φίλευε συγγενείς και γείτονες.
Ελιές δεν είχαμε στα μέρη μας και φέρναμε με τους τενεκέδες από την Τραπεζούντα, όπως και το λαδί.
Την 1η μέρα του Πάσχα παίρναμε κόκκινα αβγά και βγαίναμε στα σπίτια για αβγομαχιες. Ειχαμε πολλές κότες τότε.»

Αυτό όμως που ξέχασε να μας πει ο παππούς Αλκιβιάδης είναι ότι ανήμερα του Πάσχα φραγκόκοτα να κλωσάει αυγό δεν υπάρχει σε ολόκληρο τον Πόντο. Ποιος πήρε τα αυγά, ποιος τα ψήσε στην χόβολη, ποιος τα γέμισε πίσσα κανείς δεν ξέρει και ο ξομολόγος δε μολογάει!

Καλή Ανάσταση. Χρόνια Πολλά.